διακόπτω

διακόπτω
cut in two
pres subj act 1st sg
διακόπτω
cut in two
pres ind act 1st sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διακόπτω — διακόπτω, διέκοψα βλ. πίν. 11 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διακόπτω — (AM διακόπτω) 1. κόβω κάτι σε δύο μέρη, λύω τη συνέχεια ή τη συνάφεια 2. αναστέλλω, σταματώ, προκαλώ προσωρινή ή διαρκή παύση νεοελλ. αντιλέγω και υποχρεώνω ομιλητή να σταματήσει αρχ. 1. διασπώ τις γραμμές τού εχθρού ή περνώ μέσα από τις τάξεις… …   Dictionary of Greek

  • διακόπτω — [дьякопто] р. прерывать, останавливать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διακόπτω — διέκοψα, διακόπηκα, διακεκομμένος, κόβω τη συνέχεια, σταματώ κάτι προσωρινά ή οριστικά, αναστέλλω: Δεν θέλω να με διακόπτεις όταν μιλάω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διακεκομμένα — διακόπτω cut in two perf part mp neut nom/voc/acc pl διακεκομμένᾱ , διακόπτω cut in two perf part mp fem nom/voc/acc dual διακεκομμένᾱ , διακόπτω cut in two perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακόπτῃ — διακόπτω cut in two pres subj mp 2nd sg διακόπτω cut in two pres ind mp 2nd sg διακόπτω cut in two pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακόψουσι — διακόπτω cut in two aor subj act 3rd pl (epic) διακόπτω cut in two fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διακόπτω cut in two fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακόψω — διακόπτω cut in two aor subj act 1st sg διακόπτω cut in two fut ind act 1st sg διακόπτω cut in two aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακεκομμέναι — διακόπτω cut in two perf part mp fem nom/voc pl διακεκομμένᾱͅ , διακόπτω cut in two perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακεκομμένον — διακόπτω cut in two perf part mp masc acc sg διακόπτω cut in two perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.